Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φοροκλέπτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που κλέβει από το κράτος μη αποδίδοντας σε αυτό, τον φόρο που έχει ήδη εισπράξει για λογαριασμό του, όπως π.χ. τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (δηλαδή μη αποδίδοντας τον ΦΠΑ που εισέπραξε από την πώληση αγαθών) Βικιλεξικό
  2. που φοροδιαφεύγει, που κλέβει το κράτος αρνούμενος να καταβάλει το φόρο που του αναλογεί, που διαπράττει φοροκλοπή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φοροκλέπτης < φόρος + κλέπτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφοροκλέπτηςφοροκλέπτες
Γενικήφοροκλέπτηφοροκλεπτών
Αιτιατικήφοροκλέπτηφοροκλέπτες
Κλητικήφοροκλέπτηφοροκλέπτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →