Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορολογητέος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που πρέπει να φορολογηθεί, που υπόκειται σε φορολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φορολογητέος < φορολογώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τέος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφορολογητέοςφορολογητέέα / φορολογητέαφορολογητέέο / φορολογητέο
Γενικήφορολογητέουφορολογητέαςφορολογητέου
Αιτιατικήφορολογητέοφορολογητέαφορολογητέο
Κλητικήφορολογητέεφορολογητέαφορολογητέο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφορολογητέοιφορολογητέεςφορολογητέα
Γενικήφορολογητέωνφορολογητέωνφορολογητέων
Αιτιατικήφορολογητέουςφορολογητέεςφορολογητέα
Κλητικήφορολογητέοιφορολογητέεςφορολογητέα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →