φορομπηχτικός
•
- οικείοσχετικός με την επιβολή βαριών φόρων Βικιλεξικό
- φορομπηχτική πολιτική, κυβέρνηση
Ετυμολογία
φορομπηχτικός < φορομπήχτης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φορομπηχτικός | φορομπηχτική | φορομπηχτικό |
| Γενική | φορομπηχτικού | φορομπηχτικής | φορομπηχτικού |
| Αιτιατική | φορομπηχτικό | φορομπηχτική | φορομπηχτικό |
| Κλητική | φορομπηχτικέ | φορομπηχτική | φορομπηχτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φορομπηχτικοί | φορομπηχτικές | φορομπηχτικά |
| Γενική | φορομπηχτικών | φορομπηχτικών | φορομπηχτικών |
| Αιτιατική | φορομπηχτικούς | φορομπηχτικές | φορομπηχτικά |
| Κλητική | φορομπηχτικοί | φορομπηχτικές | φορομπηχτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →