φορτίο
•
- το σύνολο των αντικειμένων που μεταφέρει ένας άνθρωπος, ένα ζώο ή ένα φορτηγό μεταφορικό μέσο Βικιλεξικό
- όσο που να πάμε στο Περού, το φορτίο θα το 'χουμε καπνίσει (Ν. Καββαδίας)
- Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. Στην πράξη αναφέρεται σε μη εγκατεστημένους μεταφορείς οι οποίοι, αντί να επιστρέψουν χωρίς φορτίο έπειτα από μια διεθνή μεταφορά, αναλαμβάνουν την παράδοση και άλλου φορτίου στη χώρα υποδοχής προτού φτάσουν και πάλι στα σύνορα. (*)
- μεταφορικάψυχικό βάρος Βικιλεξικό
- το ηλεκτρικό φορτίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορτίο < αρχαία ελληνική φορτίον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φορτίο | φορτία |
| Γενική | φορτίου | φορτίων |
| Αιτιατική | φορτίο | φορτία |
| Κλητική | φορτίο | φορτία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →