φορτηγίδα
•
- ναυτικός όροςη μαούνα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςπλωτό μέσο μεταφοράς εμπορευμάτων με χαμηλή καρίνα, κατάλληλο για ποτάμιες μεταφορές (barge) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορτηγίδα < φορτηγίς -ίδος < φορτηγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φορτηγίδα | φορτηγίδες |
| Γενική | φορτηγίδας | φορτηγίδων |
| Αιτιατική | φορτηγίδα | φορτηγίδες |
| Κλητική | φορτηγίδα | φορτηγίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →