Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορτηγίδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςη μαούνα Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςπλωτό μέσο μεταφοράς εμπορευμάτων με χαμηλή καρίνα, κατάλληλο για ποτάμιες μεταφορές (barge) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φορτηγίδα < φορτηγίς -ίδος < φορτηγός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφορτηγίδαφορτηγίδες
Γενικήφορτηγίδαςφορτηγίδων
Αιτιατικήφορτηγίδαφορτηγίδες
Κλητικήφορτηγίδαφορτηγίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →