Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορτοεκφορτωτής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο εργάτης που φορτώνει και ξεφορτώνει εμπορεύματα Βικιλεξικό
    • Χρειάστηκαν δύο χρόνια, τρεις νόμοι, μία εγκύκλιος και δύο κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) για το άνοιγμα του επαγγέλματος του φορτοεκφορτωτή ξηράς ή λιμένος. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, παραμένει πενιχρό. Συγκεκριμένα, το Μητρώο Α΄ (ή Εισαγωγικό Μητρώο) που ιδρύθηκε τον περασμένο Μάιο στο υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας για να υποδεχθεί τα νέα μέλη της επαγγελματικής οικογένειας των φορτοεκφορτωτών αριθμεί λιγότερο από 15 μέλη. (*)

Ετυμολογία

φορτοεκφορτωτής < φορτωτής + -ο- + εκφορτωτής < φορτώνω + εκφορτώνω + -τής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφορτοεκφορτωτήςφορτοεκφορτωτές
Γενικήφορτοεκφορτωτήφορτοεκφορτωτών
Αιτιατικήφορτοεκφορτωτήφορτοεκφορτωτές
Κλητικήφορτοεκφορτωτήφορτοεκφορτωτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →