φορτοθυρίδα
•
- ναυπηγικός όροςμπουκαπόρτα, άνοιγμα για φορτοεκφορτώσεις στα πλευρά του πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορτοθυρίδα < (καθαρεύουσα) φορτοθυρίς, φόρτ(ος) + -ο- + θυρίδα < θυρίς, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική cargo port
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φορτοθυρίδα | φορτοθυρίδες |
| Γενική | φορτοθυρίδας | φορτοθυρίδων |
| Αιτιατική | φορτοθυρίδα | φορτοθυρίδες |
| Κλητική | φορτοθυρίδα | φορτοθυρίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →