φορτσάρισμα
•
- προφορικόη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του φορτσάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορτσάρισμα < φορτσάρω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φορτσάρισμα | φορτσαρίσματα |
| Γενική | φορτσαρίσματος | φορτσαρισμάτων |
| Αιτιατική | φορτσάρισμα | φορτσαρίσματα |
| Κλητική | φορτσάρισμα | φορτσαρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →