φορτωτήρας
•
- ναυτικός όροςμηχανική διάταξη - μέσο, φορτοεκφόρτωσης μεμονωμένων ή συσκευασμένων εμπορευμάτων που φέρονται συνηθέστερα στα πλοία Βικιλεξικό
- Οι φορτωτήρες διαφέρουν των γερανών, από το γεγονός αφενός ότι δεν είναι αυτόνομοι και αφετέρου στηρίζονται πάνω σε ιστούς.
- κατ’ επέκτασηοποιαδήποτε μηχανική διάταξη ή μέσον με το οποίο επιχειρείται φορτοεκφόρτωση σε περιορισμένη κίνηση, όπως κλαρκ, μεταφορική ταινία, ατέρμων κοχλίας, κυλιόμενος διάδρομος κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορτωτήρας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φορτωτήρ, φορτώνω + -τήρ > -τήρας < αρχαία ελληνική φορτόω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική loader) Συγκρίνετε με το φορτωτήρα (θηλυκό).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φορτωτήρας | φορτωτήρες |
| Γενική | φορτωτήρα | φορτωτήρων |
| Αιτιατική | φορτωτήρα | φορτωτήρες |
| Κλητική | φορτωτήρα | φορτωτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →