Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορτωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη φόρτωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φορτωτικός < φορτώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφορτωτικόςφορτωτικήφορτωτικό
Γενικήφορτωτικούφορτωτικήςφορτωτικού
Αιτιατικήφορτωτικόφορτωτικήφορτωτικό
Κλητικήφορτωτικέφορτωτικήφορτωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφορτωτικοίφορτωτικέςφορτωτικά
Γενικήφορτωτικώνφορτωτικώνφορτωτικών
Αιτιατικήφορτωτικούςφορτωτικέςφορτωτικά
Κλητικήφορτωτικοίφορτωτικέςφορτωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →