φορτωτικός
•
- σχετικός με τη φόρτωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορτωτικός < φορτώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φορτωτικός | φορτωτική | φορτωτικό |
| Γενική | φορτωτικού | φορτωτικής | φορτωτικού |
| Αιτιατική | φορτωτικό | φορτωτική | φορτωτικό |
| Κλητική | φορτωτικέ | φορτωτική | φορτωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φορτωτικοί | φορτωτικές | φορτωτικά |
| Γενική | φορτωτικών | φορτωτικών | φορτωτικών |
| Αιτιατική | φορτωτικούς | φορτωτικές | φορτωτικά |
| Κλητική | φορτωτικοί | φορτωτικές | φορτωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →