Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορτώνομαι

ρήμα
•
  1. σηκώνω βάρος Βικιλεξικό
    • Φορτώθηκε τις σακούλες με τα ψώνια.
  2. γίνομαι βάρος σε κάποιον Βικιλεξικό
    • Του φορτώθηκε για δέκα μέρες.

Ετυμολογία

φορτώνομαι (παθητική φωνή του ρήματος φορτώνω)

Άλλοι τύποι

φορτωθώφορτωμένοςφορτωνόμουνφορτώθηκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →