φορτώνομαι
•
- σηκώνω βάρος Βικιλεξικό
- Φορτώθηκε τις σακούλες με τα ψώνια.
- γίνομαι βάρος σε κάποιον Βικιλεξικό
- Του φορτώθηκε για δέκα μέρες.
Ετυμολογία
φορτώνομαι (παθητική φωνή του ρήματος φορτώνω)
Άλλοι τύποι
φορτωθώφορτωμένοςφορτωνόμουνφορτώθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →