φορτώνω
•
- τοποθετώ βάρος πάνω σε μια επιφάνεια, μεταφορικό μέσο, ζώο, άνθρωπο Βικιλεξικό
- φορτώνω μουλάρι, άλογο με φορτίο
- μεταφέρω στοιχεία/αρχεία σε ψηφιακή συσκευή Βικιλεξικό
- μεταφορικάεμπλουτίζω υπερβολικά Βικιλεξικό
- Φόρτωσε το κείμενο με ένα σωρό τεχνικές λεπτομέρειες ενώ η ουσία ήταν αλλού.
- τον φόρτωσαν παράσημα
- Ήρθε φορτωμένη με τόσα μπιζού που έμοιαζε χριστουγεννιάτικο δέντρο.
- επιβαρύνω ψυχικά έναν άνθρωπο Βικιλεξικό
- αδικώ έναν άνθρωπο επιβαρύνοντάς τον με κάτι που δεν ήταν δική του ευθύνη Βικιλεξικό
- Του φόρτωσαν και ένα φόνο, ενώ είχε κάνει μόνο μία ληστεία.
- αργκόεκνευρίζομαι, ανεβάζω στροφές, αρχίζω να τα παίρνω Βικιλεξικό
- φορτίζω μπαταρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φορτώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φορτώνω < ελληνιστική κοινή φορτῶ, συνηρημένος τύπος του φορτόω → δείτε και τη λέξη φόρτος
Άλλοι τύποι
φορτωμένοςφορτώθηκαφορτώνομαιφόρτωσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →