Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φορτώνω

/foɾˈto.no/ρήμα
•
  1. τοποθετώ βάρος πάνω σε μια επιφάνεια, μεταφορικό μέσο, ζώο, άνθρωπο Βικιλεξικό
    • φορτώνω μουλάρι, άλογο με φορτίο
  2. μεταφέρω στοιχεία/αρχεία σε ψηφιακή συσκευή Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάεμπλουτίζω υπερβολικά Βικιλεξικό
    • Φόρτωσε το κείμενο με ένα σωρό τεχνικές λεπτομέρειες ενώ η ουσία ήταν αλλού.
    • τον φόρτωσαν παράσημα
    • Ήρθε φορτωμένη με τόσα μπιζού που έμοιαζε χριστουγεννιάτικο δέντρο.
  4. επιβαρύνω ψυχικά έναν άνθρωπο Βικιλεξικό
  5. αδικώ έναν άνθρωπο επιβαρύνοντάς τον με κάτι που δεν ήταν δική του ευθύνη Βικιλεξικό
    • Του φόρτωσαν και ένα φόνο, ενώ είχε κάνει μόνο μία ληστεία.
  6. αργκόεκνευρίζομαι, ανεβάζω στροφές, αρχίζω να τα παίρνω Βικιλεξικό
  7. φορτίζω μπαταρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φορτώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φορτώνω < ελληνιστική κοινή φορτῶ, συνηρημένος τύπος του φορτόω → δείτε και τη λέξη φόρτος

Άλλοι τύποι

φορτωμένοςφορτώθηκαφορτώνομαιφόρτωσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →