φος νοτ
•
- μουσικήλάθος νότα, λανθασμένο τονικό ύψος Βικιλεξικό
- Δε φτάνει που ήταν άρρυθμος, έκανε κι ένα σωρό φος νοτ.
Ετυμολογία
φος νοτ < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) γαλλική fausse note < fausse (λανθασμένη), note (νότα), πληθυντικός: fausses notes με ίδια προφορά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →