φουαγιέ
•
- ευρύχωρος χώρος, συνήθως σε θέατρο, κινηματογράφο ή άλλο μέρος κοινωνικών εκδηλώσεων (π.χ. μια έκθεση ή ένα σεμινάριο), ο οποίος εξυπηρετεί την υποδοχή των θεατών ή των επισκεπτών αλλά και την παραμονή τους σε περιόδους διαλειμμάτων, ώστε να είναι δυνατό να συζητήσουν, να πάρουν ένα ποτό και μέχρι την απαγόρευση του καπνίσματος, να καπνίσουν κ.λπ. Βικιλεξικό
- Μόλις 60 λεπτά κράτησε η ξαφνική μπόρα τροπική θύελλα που έπληξε τις βορειοανατολικές περιοχές της Αθήνας, άλλα η πρωτοφανής ένταση του φαινομένου ήταν τόσο μεγάλη που οι χείμαρροι του νερού από τον Υμηττό εισέβαλαν ορμητικά στο θέατρο Badminton (που σημειωτέον το μεγαλύτερο μέρος των σκηνικών και ηλεκτρομηχανολογικών του εξοπλισμών αναπτύσσεται κάτω από το έδαφος) και προξένησαν ανυπολόγιστες ζημιές στο κάτω φουαγιέ, την πλατεία των θεατών, τη σκηνή, την αποθήκη της σκηνής, τον ηλεκτρολογικό και μηχανολογικό εξοπλισμό, τα πατώματα κλπ. (tovima.gr)
- καπνιστήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουαγιέ < (λόγιο δάνειο) γαλλική foyer < υστερολατινική focarius < λατινική focus
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →