Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουκαράκος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. υποκοριστικόνεαρός φουκαράς Βικιλεξικό
  2. συνώνυμο του φουκαρατζίκος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φουκαράκος < φουκαρ(άς) + υποκοριστικό επίθημα -άκος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφουκαράκοςφουκαράκοι
Γενικήφουκαράκουφουκαράκων
Αιτιατικήφουκαράκοφουκαράκους
Κλητικήφουκαράκοφουκαράκοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →