Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουκαριάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο φουκαράς, ο ταλαίπωρος άνθρωπος Βικιλεξικό
    • Φουκαριάρης άνθρωπος, φουκαριάρα γυναίκα

Ετυμολογία

φουκαριάρης < μορφή επιθέτου του ουσιαστικού φουκαράς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφουκαριάρηςφουκαριάραφουκαριάρικο
Γενικήφουκαριάρηφουκαριάραςφουκαριάρικου
Αιτιατικήφουκαριάρηφουκαριάραφουκαριάρικο
Κλητικήφουκαριάρηφουκαριάραφουκαριάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφουκαριάρηδεςφουκαριάρεςφουκαριάρικα
Γενικήφουκαριάρηδων—φουκαριάρικων
Αιτιατικήφουκαριάρηδεςφουκαριάρεςφουκαριάρικα
Κλητικήφουκαριάρηδεςφουκαριάρεςφουκαριάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →