φουκαριάρης
•
- ο φουκαράς, ο ταλαίπωρος άνθρωπος Βικιλεξικό
- Φουκαριάρης άνθρωπος, φουκαριάρα γυναίκα
Ετυμολογία
φουκαριάρης < μορφή επιθέτου του ουσιαστικού φουκαράς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φουκαριάρης | φουκαριάρα | φουκαριάρικο |
| Γενική | φουκαριάρη | φουκαριάρας | φουκαριάρικου |
| Αιτιατική | φουκαριάρη | φουκαριάρα | φουκαριάρικο |
| Κλητική | φουκαριάρη | φουκαριάρα | φουκαριάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | φουκαριάρηδες | φουκαριάρες | φουκαριάρικα |
| Γενική | φουκαριάρηδων | — | φουκαριάρικων |
| Αιτιατική | φουκαριάρηδες | φουκαριάρες | φουκαριάρικα |
| Κλητική | φουκαριάρηδες | φουκαριάρες | φουκαριάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →