φουμαδόρισσα
•
- λαϊκότροποθηλυκό του φουμαδόρος· αυτή που φουμάρει πολύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουμαδόρισσα < φουμαδόρ(ος) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουμαδόρισσα | φουμαδόρισσες |
| Γενική | φουμαδόρισσας | — |
| Αιτιατική | φουμαδόρισσα | φουμαδόρισσες |
| Κλητική | φουμαδόρισσα | φουμαδόρισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →