φουντάρω
•
- ναυτικός όρος, (μεταβατικό): βυθίζω, ποντίζω κάτι, το ρίχνω στη θάλασσα να βουλιάξει Βικιλεξικό
- Το όπλο δεν βρέθηκε επάνω του όταν τον έπιασαν, γιατί είχε προλάβει να το φουντάρει κάπου στο Σαρωνικό
- Δεν ήταν ατύχημα αυτό το ναυάγιο, το φούνταρε επίτηδες ο καπετάνιος επειδή του είχε δώσει εντολή ο εφοπλιστής να το βουλιάξει στον Ινδικό -ήθελε να πάρει τα ασφάλιστρα
- αμετάβατοπέφτω εγώ στη θάλασσα ή από κάπου ψηλά Βικιλεξικό
- Απεγνωσμένος, έδωσε ένα σάλτο και φουντάρησε από το παράθυρο
- αμετάβατοκαταποντίζομαι, βυθίζομαι Βικιλεξικό
- αμετάβατοαγκυροβολώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάρίχνω έξω μια επιχείρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουντάρω < φούντος (βυθός, πάτος)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →