Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουνταριστός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςθέση παίκτη στο πόλο, κεντρικός επιθετικός Βικιλεξικό
    • Αναδείχτηκε κορυφαίος φουνταριστός για την εθνική ομάδα ανδρών υδατοσφαίρισης, ενώ η Χ, κορυφαία φουνταριστή για την εθνική ομάδα γυναικών.

Ετυμολογία

φουνταριστός (νεολογισμός) < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου φουνταριστός, μεταφορικά

Άλλοι τύποι

φουνταριστή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

φουνταριστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει φουντάρει, που έχει καταβυθιστεί απότομα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
    • το καράβι πήγε φουνταριστό και μαζί του χάθηκαν τόσες και τόσες ψυχές
  2. μεταφορικά^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
    • η δικαστική απόφαση βγήκε, και πήγε φουνταριστή στη φυλακή

Ετυμολογία

φουνταριστός < φουντάρω) φουνταρισ- + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφουνταριστόςφουνταριστήφουνταριστό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →