φουντώνω
•
- βοτανικήέχω πυκνό φύλλωμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάαποκτώ όλο και μεγαλύτερη ένταση και εκτείνομαι Βικιλεξικό
- Κι όσο πιο ψυχρή ήταν εκείνη, τόσο περισσότερο φούντωνε ο δικός του έρωτας. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.
- μεταφορικάεξοργίζομαι Βικιλεξικό
- μεταφορικάερεθίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουντώνω < φούντ(α) + -ώνω. Δεν σχετίζεται με το φουντάρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φουντώνω | φουντώνεις | φουντώνει | φουντώνουμε | φουντώνετε | φουντώνουν / φουντώνουνε |
| Παρατατικός | φούντωνα | φούντωνες | φούντωνε | φουντώναμε | φουντώνατε | φουντώναν / φουντώνανε / φούντωναν |
| Αόριστος | φούντωσα | φούντωσες | φούντωσε | φουντώσαμε | φουντώσατε | φουντώσαν / φουντώσανε / φούντωσαν |
| Μέλλοντας | θα φουντώνω / θα φουντώσω | θα φουντώνεις / θα φουντώσεις | θα φουντώνει / θα φουντώσει | θα φουντώνουμε / θα φουντώσουμε | θα φουντώνετε / θα φουντώσετε | θα φουντώνουν / θα φουντώνουνε / θα φουντώσουν / θα φουντώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φουντώσει | έχεις φουντώσει | έχει φουντώσει | έχουμε φουντώσει | έχετε φουντώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φουντώσει | είχες φουντώσει | είχε φουντώσει | είχαμε φουντώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φουντώσει / να φουντώνω / να φουντώσω | να έχεις φουντώσει / να φουντώνεις / να φουντώσεις | να έχει φουντώσει / να φουντώνει / να φουντώσει | να έχουμε φουντώσει / να φουντώνουμε / να φουντώσουμε | να έχετε φουντώσει / να φουντώνετε / να φουντώσετε | να φουντώνουν / να φουντώνουνε / να φουντώσουν / να φουντώσουνε |
| Προστακτική | — | φούντωνε / φούντωσε | — | — | φουντώνετε / φουντώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →