Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουντώνω

/funˈdo.no/ρήμα
•
  1. βοτανικήέχω πυκνό φύλλωμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαποκτώ όλο και μεγαλύτερη ένταση και εκτείνομαι Βικιλεξικό
    • Κι όσο πιο ψυχρή ήταν εκείνη, τόσο περισσότερο φούντωνε ο δικός του έρωτας. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
    • Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.
  3. μεταφορικάεξοργίζομαι Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάερεθίζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φουντώνω < φούντ(α) + -ώνω. Δεν σχετίζεται με το φουντάρω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφουντώνωφουντώνειςφουντώνειφουντώνουμεφουντώνετεφουντώνουν / φουντώνουνε
Παρατατικόςφούντωναφούντωνεςφούντωνεφουντώναμεφουντώνατεφουντώναν / φουντώνανε / φούντωναν
Αόριστοςφούντωσαφούντωσεςφούντωσεφουντώσαμεφουντώσατεφουντώσαν / φουντώσανε / φούντωσαν
Μέλλονταςθα φουντώνω / θα φουντώσωθα φουντώνεις / θα φουντώσειςθα φουντώνει / θα φουντώσειθα φουντώνουμε / θα φουντώσουμεθα φουντώνετε / θα φουντώσετεθα φουντώνουν / θα φουντώνουνε / θα φουντώσουν / θα φουντώσουνε
Παρακείμενοςέχω φουντώσειέχεις φουντώσειέχει φουντώσειέχουμε φουντώσειέχετε φουντώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φουντώσειείχες φουντώσειείχε φουντώσειείχαμε φουντώσει——
Υποτακτικήνα έχω φουντώσει / να φουντώνω / να φουντώσωνα έχεις φουντώσει / να φουντώνεις / να φουντώσειςνα έχει φουντώσει / να φουντώνει / να φουντώσεινα έχουμε φουντώσει / να φουντώνουμε / να φουντώσουμενα έχετε φουντώσει / να φουντώνετε / να φουντώσετενα φουντώνουν / να φουντώνουνε / να φουντώσουν / να φουντώσουνε
Προστακτική—φούντωνε / φούντωσε——φουντώνετε / φουντώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →