φουριόζικα
•
- με φουριόζικο τρόπο, μεφούρια, βιαστικά, με μεγάλη σπουδή, πιθανά και με κάποια προχειρότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουριόζικα < από τον πληθυντικό του ουδετέρου του επιθέτου φουριόζικος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →