φουρκέτα
•
- ελαστικό και λεπτό μέταλλο τσιμπιδάκι μήκους 5-6 εκατοστών σε σχήμα V που σταθεροποιεί τη γυναικεία κόμμωση Βικιλεξικό
- μεταφορικάπολύ κλειστή στροφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουρκέτα < πιθανόν από την φούρκα και την φοῦρκα που είχαν διχάλες ή ίσως από την ενετικήforcheta (τώρα στα ιταλικά η λέξη σημαίνει πηρούνι) < λατινικά: furca
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουρκέτα | φουρκέτες |
| Γενική | φουρκέτας | φουρκετών |
| Αιτιατική | φουρκέτα | φουρκέτες |
| Κλητική | φουρκέτα | φουρκέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →