φουρνάκι
•
- υποκοριστικό του φούρνος Βικιλεξικό
- ειδικότεραο μικρός φούρνος, ο φοιτητικός, ο εργένικος, ηλεκτρική συσκευή κουζίνας σε μικρές διαστάσεις για περιορισμένες ανάγκες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουρνάκι < φούρνος + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουρνάκι | φουρνάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | φουρνάκι | φουρνάκια |
| Κλητική | φουρνάκι | φουρνάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →