Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουρνάρηδες

ουσιαστικό
•
  1. φούρναρης, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό
  2. φουρνάρης, στην ονομαστική / αιτιατική / κλητική του πληθυντικού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →