φουρνάρισσα
•
- επάγγελμααυτή που έχει αρτοποιείο Βικιλεξικό
- Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν Στέργαιναν, δυστυχῶς δὲν ἠλήθευσε τὸ ρητόν, «ἡ πρώτη δοῦλα, ἡ δεύτερη κυρά». Ἡ Θοδωριά, ἡ πτωχή, ὑπέφερεν ὅλας τὰς ἀγγαρείας, ὅσας τῆς ἐπέβαλλεν ὁ σύζυγός της. Ἀσβεστὰς ἐκεῖνος, φουρνάρισσα αὐτή. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Πολιτισμὸς εἰς τὸ χωρίον, 1891)
- η σύζυγος του φούρναρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουρνάρισσα < φούρναρ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουρνάρισσα | φουρνάρισσες |
| Γενική | φουρνάρισσας | φουρναρισσών |
| Αιτιατική | φουρνάρισσα | φουρνάρισσες |
| Κλητική | φουρνάρισσα | φουρνάρισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →