φουρνιά
•
- η ποσότητα που ψήνεται στο φούρνο σε κάθε ψήσιμο Βικιλεξικό
- Πόσες φουρνιές μπισκότα έβγαλες;
- μεταφορικάμια φρέσκια, καινούργια ομάδα ή σύνολο, μια σειρά με την έννοια του στρατού Βικιλεξικό
- Φίλε μου είσαι άλλης γενιάς, τώρα έχουν βγει νέες φουρνιές γιατρών κι εσύ έχεις μείνει στα παλιά
- Η νέα φουρνιά δημοσίων υπαλλήλων προσλαμβάνεται με κακές απολαβές και έχει δυσοίωνο μέλλον
- Δεν ήταν καλή φουρνιά οι απόφοιτοι του 1970 και 1971
Ετυμολογία
φουρνιά < φούρν(ος) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουρνιά | φουρνιές |
| Γενική | φουρνιάς | φουρνιών |
| Αιτιατική | φουρνιά | φουρνιές |
| Κλητική | φουρνιά | φουρνιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →