φουρνόσπιτο
•
- παραδοσιακήβοηθητικό κτίσμα σε αυλή σπιτιού στο εσωτερικό του οποίου υπάρχει κτιστός φούρνος Βικιλεξικό
- Και σαν ξημέρωσε η Λαμπρή, έκαμα βόλτα τα χωράφια και μάζεψα ξεράδια, κληματόβεργες και κάθε λογής κλαδιά, τα παράχωσα στον φούρνο μαζί με δυο τρία κουτσουράκια κι έβαλα φωτιά, συντροφευμένος με έμπειρους φουρνάρηδες για ορμήνιες. Ζωντάνεψε αμέσως το φουρνόσπιτο, γέμισε η γειτονιά με άσπρη κάπνα και θυμίαμα καμένου ξύλου, μαζεύτηκαν τριγύρω κοπέλια και μεγάλοι με τα κεράσματά τους να κάμουνε χάζι το σπουδαίο γεγονός. (Λευτέρης Κουγιουμουτζής, Το φουρνόσπιτο, Εφημερίδα των Συντακτών, 10 Μαΐου 2016)
Ετυμολογία
φουρνόσπιτο < φούρν(ος) + -ό- + -σπιτο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουρνόσπιτο | φουρνόσπιτα |
| Γενική | φουρνόσπιτου | φουρνόσπιτων |
| Αιτιατική | φουρνόσπιτο | φουρνόσπιτα |
| Κλητική | φουρνόσπιτο | φουρνόσπιτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →