φουρτουνιάζω
•
- συνήθως στο τρίτο πρόσωπο, για τη θάλασσα, όταν γίνεται τρικυμιώδης Βικιλεξικό
- 'Φουρτούνιασεν η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα βουνά (ο "Αποχωρισμός" του Γ.Βιζυηνού)
- σπανίως ως ρήμα για ανθρώπους, οπότε σημαίνει εκνευρίζω κάποιον Βικιλεξικό
- Μην τον φουρτουνιάζεις τώρα γιατί θέλω να του ζητήσω μια χάρη
Ετυμολογία
φουρτουνιάζω < φουρτούν(α) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φουρτουνιάζω | φουρτουνιάζεις | φουρτουνιάζει | φουρτουνιάζουμε | φουρτουνιάζετε | φουρτουνιάζουν / φουρτουνιάζουνε |
| Παρατατικός | φουρτούνιαζα | φουρτούνιαζες | φουρτούνιαζε | φουρτουνιάζαμε | φουρτουνιάζατε | φουρτουνιάζαν / φουρτουνιάζανε / φουρτούνιαζαν |
| Αόριστος | φουρτούνιασα | φουρτούνιασες | φουρτούνιασε | φουρτουνιάσαμε | φουρτουνιάσατε | φουρτουνιάσαν / φουρτουνιάσανε / φουρτούνιασαν |
| Μέλλοντας | θα φουρτουνιάζω / θα φουρτουνιάσω | θα φουρτουνιάζεις / θα φουρτουνιάσεις | θα φουρτουνιάζει / θα φουρτουνιάσει | θα φουρτουνιάζουμε / θα φουρτουνιάσουμε | θα φουρτουνιάζετε / θα φουρτουνιάσετε | θα φουρτουνιάζουν / θα φουρτουνιάζουνε / θα φουρτουνιάσουν / θα φουρτουνιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω φουρτουνιάσει | έχεις φουρτουνιάσει | έχει φουρτουνιάσει | έχουμε φουρτουνιάσει | έχετε φουρτουνιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φουρτουνιάσει | είχες φουρτουνιάσει | είχε φουρτουνιάσει | είχαμε φουρτουνιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φουρτουνιάσει / να φουρτουνιάζω / να φουρτουνιάσω | να έχεις φουρτουνιάσει / να φουρτουνιάζεις / να φουρτουνιάσεις | να έχει φουρτουνιάσει / να φουρτουνιάζει / να φουρτουνιάσει | να έχουμε φουρτουνιάσει / να φουρτουνιάζουμε / να φουρτουνιάσουμε | να έχετε φουρτουνιάσει / να φουρτουνιάζετε / να φουρτουνιάσετε | να φουρτουνιάζουν / να φουρτουνιάζουνε / να φουρτουνιάσουν / να φουρτουνιάσουνε |
| Προστακτική | — | φουρτούνιαζε / φουρτούνιασε | — | — | φουρτουνιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
φουρτουνιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →