Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουρτουνιάζω

ρήμα
•
  1. συνήθως στο τρίτο πρόσωπο, για τη θάλασσα, όταν γίνεται τρικυμιώδης Βικιλεξικό
    • 'Φουρτούνιασεν η θάλασσα και βουρκωθήκαν τα βουνά (ο "Αποχωρισμός" του Γ.Βιζυηνού)
  2. σπανίως ως ρήμα για ανθρώπους, οπότε σημαίνει εκνευρίζω κάποιον Βικιλεξικό
    • Μην τον φουρτουνιάζεις τώρα γιατί θέλω να του ζητήσω μια χάρη

Ετυμολογία

φουρτουνιάζω < φουρτούν(α) + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςφουρτουνιάζωφουρτουνιάζειςφουρτουνιάζειφουρτουνιάζουμεφουρτουνιάζετεφουρτουνιάζουν / φουρτουνιάζουνε
Παρατατικόςφουρτούνιαζαφουρτούνιαζεςφουρτούνιαζεφουρτουνιάζαμεφουρτουνιάζατεφουρτουνιάζαν / φουρτουνιάζανε / φουρτούνιαζαν
Αόριστοςφουρτούνιασαφουρτούνιασεςφουρτούνιασεφουρτουνιάσαμεφουρτουνιάσατεφουρτουνιάσαν / φουρτουνιάσανε / φουρτούνιασαν
Μέλλονταςθα φουρτουνιάζω / θα φουρτουνιάσωθα φουρτουνιάζεις / θα φουρτουνιάσειςθα φουρτουνιάζει / θα φουρτουνιάσειθα φουρτουνιάζουμε / θα φουρτουνιάσουμεθα φουρτουνιάζετε / θα φουρτουνιάσετεθα φουρτουνιάζουν / θα φουρτουνιάζουνε / θα φουρτουνιάσουν / θα φουρτουνιάσουνε
Παρακείμενοςέχω φουρτουνιάσειέχεις φουρτουνιάσειέχει φουρτουνιάσειέχουμε φουρτουνιάσειέχετε φουρτουνιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα φουρτουνιάσειείχες φουρτουνιάσειείχε φουρτουνιάσειείχαμε φουρτουνιάσει——
Υποτακτικήνα έχω φουρτουνιάσει / να φουρτουνιάζω / να φουρτουνιάσωνα έχεις φουρτουνιάσει / να φουρτουνιάζεις / να φουρτουνιάσειςνα έχει φουρτουνιάσει / να φουρτουνιάζει / να φουρτουνιάσεινα έχουμε φουρτουνιάσει / να φουρτουνιάζουμε / να φουρτουνιάσουμενα έχετε φουρτουνιάσει / να φουρτουνιάζετε / να φουρτουνιάσετενα φουρτουνιάζουν / να φουρτουνιάζουνε / να φουρτουνιάσουν / να φουρτουνιάσουνε
Προστακτική—φουρτούνιαζε / φουρτούνιασε——φουρτουνιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

φουρτουνιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →