φουσάτο
•
- ασκέρι, μονάδα στρατού Βικιλεξικό
- Nα βρει ένα, τον καλύτερον απ' όλο το φουσάτο,ν' αρματωθεί, να ορδινιαστεί, να'ρθει στον κάμπον κάτω,να πολεμήσει με σπαθί, να τρέξει με κοντάρι (από τον Ερωτόκριτο)
- στρατόπεδο Βικιλεξικό
- πλήθος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουσάτο < μεσαιωνική λέξη φουσᾶτον και φοσσᾶτον < από την υστερολατινική λέξη fossatum «στρατόπεδο, τάφρος»
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουσάτο | φουσάτα |
| Γενική | φουσάτου | φουσάτων |
| Αιτιατική | φουσάτο | φουσάτα |
| Κλητική | φουσάτο | φουσάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →