φουσκοθαλασσιά
•
- η ελαφρά ταραγμένη κατάσταση της θάλασσας, με ήπιο αλλά υπολογίσιμο κυματισμό, όταν συνήθως ο άνεμος δεν εντείνει το πρόβλημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουσκοθαλασσιά < φουσκω(-νω) + θάλασσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουσκοθαλασσιά | φουσκοθαλασσιές |
| Γενική | φουσκοθαλασσιάς | φουσκοθαλασσιών |
| Αιτιατική | φουσκοθαλασσιά | φουσκοθαλασσιές |
| Κλητική | φουσκοθαλασσιά | φουσκοθαλασσιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →