Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουσκοθαλασσιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ελαφρά ταραγμένη κατάσταση της θάλασσας, με ήπιο αλλά υπολογίσιμο κυματισμό, όταν συνήθως ο άνεμος δεν εντείνει το πρόβλημα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φουσκοθαλασσιά < φουσκω(-νω) + θάλασσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφουσκοθαλασσιάφουσκοθαλασσιές
Γενικήφουσκοθαλασσιάςφουσκοθαλασσιών
Αιτιατικήφουσκοθαλασσιάφουσκοθαλασσιές
Κλητικήφουσκοθαλασσιάφουσκοθαλασσιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →