φουσκωμένος
•
- που τον έχουν φουσκώσει Βικιλεξικό
- για ποτάμιαπου το επίπεδό του έχει ανεβεί πολύ λόγω μεγάλων βροχοπτώσεων Βικιλεξικό
- ο Πηνειός είναι φουσκωμένος
- για λογαριασμόυψηλός Βικιλεξικό
- ο λογαριασμός τηλεφώνου είναι πολύ φουσκωμένος αυτό το μήνα
- για μια υπόθεσηπολυπληθής, με πολλά στοιχεία Βικιλεξικό
- φουσκωμένος χαρτοφύλακας
Ετυμολογία
φουσκωμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου φουσκώνω
Άλλοι τύποι
φουσκωμέναφουσκωμένεφουσκωμένεςφουσκωμένηφουσκωμένηςφουσκωμένοφουσκωμένοιφουσκωμένοςφουσκωμένουφουσκωμένουςφουσκωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →