φουστίτσα
•
- ενδυμασίαμικρή φούστα Βικιλεξικό
- πρόχειρη, φτηνή φούστα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουστίτσα < υποκοριστικό της λέξης φούστα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουστίτσα | φουστίτσες |
| Γενική | φουστίτσας | — |
| Αιτιατική | φουστίτσα | φουστίτσες |
| Κλητική | φουστίτσα | φουστίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →