Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουστίτσα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ενδυμασίαμικρή φούστα Βικιλεξικό
  2. πρόχειρη, φτηνή φούστα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φουστίτσα < υποκοριστικό της λέξης φούστα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφουστίτσαφουστίτσες
Γενικήφουστίτσας—
Αιτιατικήφουστίτσαφουστίτσες
Κλητικήφουστίτσαφουστίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →