Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φουστανέλα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ενδυμασίαπολύπτυχη φούστα που φορούν σήμερα οι τσολιάδες και που τη φορούσαν πολλοί Έλληνες και Αρβανίτες (όπως και άλλοι στα Βαλκάνια) επί τουρκοκρατίας, με πιο μακρύ μήκος στα Ιωάννινα και στις περιοχές των Αρβανιτών. Βικιλεξικό
    • Ευζωνική φουστανέλα

Ετυμολογία

φουστανέλα < μεσαιωνική λατινική fustanella, υποκοριστικό του fustaneum < λατινική fustis

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφουστανέλαφουστανέλες
Γενικήφουστανέλαςφουστανελών
Αιτιατικήφουστανέλαφουστανέλες
Κλητικήφουστανέλαφουστανέλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →