φουφούλα
•
- το φουσκωτό κάτω και πίσω τμήμα βράκας νησιώτη Βικιλεξικό
- παντελόνι (κατά κανόνα παιδικό ή γυναικείο) που έχει φουσκωτά μπατζάκια και σούρες (συχνά φέρει και τιράντες) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φουφούλα < αβέβαιης ετυμολογίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φουφούλα | φουφούλες |
| Γενική | φουφούλας | — |
| Αιτιατική | φουφούλα | φουφούλες |
| Κλητική | φουφούλα | φουφούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →