φούλι
•
- βοτανικήείδος γιασεμιού που φύεται στα Επτάνησα Βικιλεξικό
- Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασεμιά. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
- λαχανικόκουκί που φύεται στην Αίγυπτο και σερβίρεται ως φουλάδα (σαν φασολάδα με γεύση κουκιού) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φούλι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική فل (ful) (δείτε και την τουρκική ful). :# < αραβική فل (full) (αραβικό γιασεμί, κίτρινος νάρκισσος) Ο τύπος fulya θεωρήθηκε πληθυντικός: φούλια :# < αραβική فول (fūl)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φούλι | φούλια |
| Γενική | φουλιού | φουλιών |
| Αιτιατική | φούλι | φούλια |
| Κλητική | φούλι | φούλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →