Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φούμαρα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καπνός, αέρας κοπανιστός, αερολογίες, κενολογίες, υποσχέσεις άνευ ουσίας και μη υλοποιήσιμες Βικιλεξικό
    • Ποτέ και κανένας δεν είχε υπεκφύγει την ουσία μιας ερώτησης με τόσα πολλά φούμαρα. Είναι παραπάνω από προφανές, εάν δεν έχεις τη νοημοσύνη σαλαμάνδρας, πως ούτε η αγάπη, ούτε η θέληση, ούτε η ευτυχία, ούτε καμία άλλη παπαριά ήταν υπεύθυνη για τη διάρροια δύο χιλιάδων τριακοσίων σελίδων. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)

Ετυμολογία

φούμαρα < φούμαρο < φουμάρω (καπνίζω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →