φούμαρο
•
- προφορικόαερολογία, λόγος με πράγματα υπερβολικά, με καυχησιολογίες ή χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο Βικιλεξικό
- Βρε φίλε, τι φούμαρα είναι αυτά που μας τσαμπουνάς!
Ετυμολογία
φούμαρο < φουμάρ(ω) + -ο (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φούμαρο | φούμαρα |
| Γενική | φούμαρου | φούμαρων |
| Αιτιατική | φούμαρο | φούμαρα |
| Κλητική | φούμαρο | φούμαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →