φούντα
•
- σύνολο φυσικών ή τεχνητών νημάτων με το ένα άκρο ενωμένο και το άλλο ελεύθερο Βικιλεξικό
- φέσι με φούντα
- στὴν κεφαλὴ μ’ ἕνα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω μὲ μακρυὰ φούντα καὶ δεμένο μὲ μαντῆλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω μὲ μπιμπίλες σὰν γυναῖκα. (Παναγιώτης Αξιώτης, Διηγήματα, Ο Παππά Συνέσιος, 1899)
- μικρό ανθισμένο κλαδί Βικιλεξικό
- μια φούντα βασιλικός
- ακατέργαστη ινδική κάνναβη, χασίς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φούντα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή φοῦνδα (που προφερόταν με [nd]) < λατινική funda (σφεντόνα, δίχτυ) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sp(h)end-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φούντα | φούντες |
| Γενική | φούντας | φουντών |
| Αιτιατική | φούντα | φούντες |
| Κλητική | φούντα | φούντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →