Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φούντα

/ˈfun.da/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σύνολο φυσικών ή τεχνητών νημάτων με το ένα άκρο ενωμένο και το άλλο ελεύθερο Βικιλεξικό
    • φέσι με φούντα
    • στὴν κεφαλὴ μ’ ἕνα φέσι μεγάλο, τσακισμένο πίσω μὲ μακρυὰ φούντα καὶ δεμένο μὲ μαντῆλι χρωματιστό, κεντημένο γύρω γύρω μὲ μπιμπίλες σὰν γυναῖκα. (Παναγιώτης Αξιώτης, Διηγήματα, Ο Παππά Συνέσιος, 1899)
  2. μικρό ανθισμένο κλαδί Βικιλεξικό
    • μια φούντα βασιλικός
  3. ακατέργαστη ινδική κάνναβη, χασίς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φούντα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή φοῦνδα (που προφερόταν με [nd]) < λατινική funda (σφεντόνα, δίχτυ) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sp(h)end-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφούνταφούντες
Γενικήφούνταςφουντών
Αιτιατικήφούνταφούντες
Κλητικήφούνταφούντες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →