φούρια
•
- η σπουδή, η βιασύνη Βικιλεξικό
- Είχε κιόλας καταφθάσει κόσμος κι ο Κωσταντής ήταν μες στις φούριες. Φρεσκολουσμένος, με το τσιμπούκι του, κάτασπρο πουκάμισο, ναυτικό καπέλο και κολόνια λεβάντας που ευωδίαζε. (Ιωάννα Φραγκιά, Ο ράφτης του Ποσειδώνα, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
Ετυμολογία
φούρια < ιταλική furia
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φούρια | φούριες |
| Γενική | φούριας | — |
| Αιτιατική | φούρια | φούριες |
| Κλητική | φούρια | φούριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →