φούρκισμα
•
- βάζω φούρκα στα δέντρα Βικιλεξικό
- παρωχημένοκρεμάω κάποιον, τον απαγχονίζω σε κρεμάλα Βικιλεξικό
- ο θυμός, ο ψυχικός βρασμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φούρκισμα < φουρκίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φούρκισμα | φουρκίσματα |
| Γενική | φουρκίσματος | φουρκισμάτων |
| Αιτιατική | φούρκισμα | φουρκίσματα |
| Κλητική | φούρκισμα | φουρκίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →