Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φραγκικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγια εκδοχή του φράγκικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φραγκικός < (παρωχημένο) μεσαιωνική ελληνική φραγκικός < Φράγκ(ος) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφραγκικόςφραγκικήφραγκικό
Γενικήφραγκικούφραγκικήςφραγκικού
Αιτιατικήφραγκικόφραγκικήφραγκικό
Κλητικήφραγκικέφραγκικήφραγκικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφραγκικοίφραγκικέςφραγκικά
Γενικήφραγκικώνφραγκικώνφραγκικών
Αιτιατικήφραγκικούςφραγκικέςφραγκικά
Κλητικήφραγκικοίφραγκικέςφραγκικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

φράγκικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου είναι σχετικός με τους Φράγκους Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου σχετίζεται με κάτι δυτικοευρωπαϊκό Βικιλεξικό
    • Αν δεν ήταν το Ματθίλδη που με μπερδεύει, θα πήγαινα να της χτυπήσω την πόρτα. Αλλά στη Θήβα δεν τα συνηθίζουμε τα φράγκικα ονόματα
  3. ειδικότεραη ευρωπαϊκή ενδυμασία (σε αντιπαράθεση με τις παραδοσιακές φορεσιές της Ελλάδας) Βικιλεξικό
  4. που σχετίζεται με τον καθολικισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φράγκικος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φράγκικος < Φράγκ(ος) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφράγκικοςφράγκικηφράγκικο
Γενικήφράγκικουφράγκικηςφράγκικου
Αιτιατικήφράγκικοφράγκικηφράγκικο
Κλητικήφράγκικεφράγκικηφράγκικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήφράγκικοιφράγκικεςφράγκικα
Γενικήφράγκικωνφράγκικωνφράγκικων
Αιτιατικήφράγκικουςφράγκικεςφράγκικα
Κλητικήφράγκικοιφράγκικεςφράγκικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →