Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φράκο

/ˈfɾa.ko/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ενδυμασίαεπίσημο ανδρικό ένδυμα, μαύρο συνήθως παλτό ή σακάκι, κοντό από μπροστά και με μακρύ ύφασμα από πίσω το οποίο είναι σχισμένο στα δύο από το στρίφωμα έως τη μέση -το φορούν αρχισερβιτόροι, οι φορείς στις κηδείες, οι μαέστροι Βικιλεξικό
    • Άπαντες σχεδόν οι άνδρες και πάντως όλοι οι Βρεταννοί έφερον φράκα, πλην ολίγων αξιωματικών, των οποίων τα ερυθρά χιτώνια και αι χρυσαί επωμίδες εξεχώριζαν (Ανδρέας Εμπειρίκος, Μέγας Ανατολικός)
    • Ένας Ήταν Γυμνός κι ο Άλλος Φόραγε Φράκο (L´uomo nudo e l´uomo in frak, 1985, έργο του Ντάρι Φο)
    • Ο λευκός λαιμοδέτης μόνον μετὰ φράκου φορεῖται. Ὁ μαῦρος λαιμοδέτης καταχρηστικῶς φορεῖται μετὰ φράκου. (Εστία, τόμος 6, 29/12/1878, σελ. 3)

Ετυμολογία

φράκο < (άμεσο δάνειο) γαλλική frac + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφράκοφράκα
Γενικήφράκουφράκων
Αιτιατικήφράκοφράκα
Κλητικήφράκοφράκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →