φράντζα
•
- κοντό ή μακρύ τσουλούφι μαλλιών, τούφα, που πέφτει στο μέτωπο Βικιλεξικό
- λωρίδα με κρόσσια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φράντζα < ιταλική frangia ή βενετική franza < παλαιά γαλλική frenge < λατινική fimbria / fimbriae
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φράντζα | φράντζες |
| Γενική | φράντζας | φραντζών |
| Αιτιατική | φράντζα | φράντζες |
| Κλητική | φράντζα | φράντζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →