φρέζα
•
- εργαλειομηχανή με περιστρεφόμενο κοπτικό εργαλείο που χρησιμοποιείται στα μηχανουργεία για την κατεργασία μετάλλου ή ξύλου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο περιστρεφόμενο κοπτικό εργαλείο της μηχανής αυτής Βικιλεξικό
- μηχάνημα στο οποίο προσαρμόζονται διάφορα εξαρτήματα για διάφορες γεωργικές εργασίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φρέζα < (άμεσο δάνειο) ιταλική fresa < γαλλική fraise
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρέζα | φρέζες |
| Γενική | φρέζας | φρεζών |
| Αιτιατική | φρέζα | φρέζες |
| Κλητική | φρέζα | φρέζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →