Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φρέντο

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καφέςείδος κρύου καφέ (εσπρέσο ή καπουτσίνου) Βικιλεξικό
    • Παλιότερα και ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες ήμουν οπαδός του φραπέ. Πλέον όμως πίνω αποκλειστικά φρέντο, αφού είναι πιο ελαφρύς και δεν με πειράζει στο στομάχι. (Εφημερίδα Τα Νέα, 25/7/2009)
    • Λούνγκο, μακιάτο, νορμάλε, στρέτο, φρέντο, κορέτο, όλα τους επιμέρους είδη του espresso (13 πράγματα που δεν ήξερες για τον καφέ, 30/09/2020, athensvoice.gr https://www.athensvoice.gr/life/geusi/themata/682858/15-pragmata-poy-den-ixeres-gia-ton-kafe/)

Ετυμολογία

φρέντο < λατινική freddo < λατινική frigidus < frigeo < frigus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sriHgos

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →