φρέσκο
•
- ζωγραφικήη νωπογραφία, το έργο που φιλοτεχνήθηκε με τεχνική φρέσκο Βικιλεξικό
- ζωγραφικήη τεχνική της νωπογραφίας ή φρεσκογραφίας όπου τα χρώματα τοποθετούνται πάνω στο νωπό κονίαμα όπου στερεοποιούνται μαζί του καθώς αυτό στεγνώνει (επειδή στην τοιχογραφία διατηρούνται περισσότερο τα χρώματα, όσο ο τοίχος είναι υγρός, νωπός, φρέσκος, δροσερός) Βικιλεξικό
- Η τεχνική φρέσκο θεωρείται ιταλική, αλλά νωπογραφίες με την ίδια τεχνική είχαμε και στην αρχαία Κνωσσό
- μεταφορικάη φυλακή (ίσως επειδή τα κελιά στα μοναστήρια ή στα κρατητήρια ήταν ανήλιαγα και δροσερά, οπότε ό,τι έβαζαν εκεί διετηρείτο φρέσκο) Βικιλεξικό
- τον έβαλαν στο φρέσκο
Ετυμολογία
φρέσκο < παλαιά (άμεσο δάνειο) ιταλική fresco (δροσερό, νωπό, φρέσκο, νωπογραφία)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →