φρίζα
•
- διακοσμητικό διάζωμα σε έπιπλο ή τοίχο, η ζωφόρος Βικιλεξικό
- Πάνω στὴ φρίζα τοῦ μεγάλου σαλονιοῦ ἐναλλασσόταν πράσινα στεφάνια μὲ μικροσκοπικὲς ἀρχαῖες πανοπλίες. (Κοσμάς Πολίτης, Eroica, Αθήνα 1938)
- κομμάτι από σγουρό διακοσμητικό ύφασμα στον θόλο της σκηνής θέατρου Βικιλεξικό
- ελληνοαμερικανικάτο ψυγείο ή ο καταψύκτης Βικιλεξικό
- Ενοικιάζεται δυομισάρι με στόφα και φρίζα.
Ετυμολογία
φρίζα < (άμεσο δάνειο) γαλλική frise + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φρίζα | φρίζες |
| Γενική | φρίζας | φριζών |
| Αιτιατική | φρίζα | φρίζες |
| Κλητική | φρίζα | φρίζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →