φρίττω
•
- νιώθω φρίκη και αποτροπιασμό, ανατριχιάζω, αναστατώνομαι έντονα, σοκάρομαι Βικιλεξικό
- Η τοπική κοινωνία έφριξε με το στυγερό έγκλημα
- αγανακτώ ηθικά, νιώθω δυσαρέσκεια, διαφωνώ σφόδρα Βικιλεξικό
- 'Εφριξε που ο πατέρας του παντρεύτηκε μια πολύ μικρότερή του
- Φρίττω και μόνο στη σκέψη ότι θα τους καλέσεις σπιτι μας
Ετυμολογία
φρίττω < αρχαία ελληνική φρίττω < φρίξ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | φρίττω | φρίττεις | φρίττει | φρίττουμε | φρίττετε | φρίττουν / φρίττουνε |
| Παρατατικός | έφριττα | έφριττες | έφριττε | φρίτταμε | φρίττατε | έφριτταν / φρίτταν / φρίττανε |
| Αόριστος | έφριξα | έφριξες | έφριξε | φρίξαμε | φρίξατε | έφριξαν / φρίξαν / φρίξανε |
| Μέλλοντας | θα φρίξω / θα φρίττω | θα φρίξεις / θα φρίττεις | θα φρίξει / θα φρίττει | θα φρίξουμε / θα φρίττουμε | θα φρίξετε / θα φρίττετε | θα φρίξουν / θα φρίξουνε / θα φρίττουν / θα φρίττουνε |
| Παρακείμενος | έχω φρίξει | έχεις φρίξει | έχει φρίξει | έχουμε φρίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα φρίξει | είχες φρίξει | είχε φρίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω φρίξει / να φρίξω / να φρίττω | να έχεις φρίξει / να φρίξεις / να φρίττεις | να έχει φρίξει / να φρίξει / να φρίττει | να έχουμε φρίξει / να φρίξουμε / να φρίττουμε | να φρίξετε / να φρίττετε | να φρίξουν / να φρίξουνε / να φρίττουν / να φρίττουνε |
| Προστακτική | — | φρίξε / φρίττε | — | — | φρίξτε / φρίττετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →