Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φραγκοδίφραγκα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοκέρματα αξίας μίας ή/και δύο δραχμών Βικιλεξικό
  2. κέρματα ενός ή/και δύο ευρώ Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάχρηματικό ποσό σε κέρματα Βικιλεξικό
    • είχα περίπου εκατό ευρώ σε φραγκοδίφραγκα
  4. μεταφορικάχρηματικό ποσό ευτελούς αξίας σε σχέση με το απαιτούμενο Βικιλεξικό
    • δεν μπορείς να αγοράσεις σπίτι με φραγκοδίφραγκα

Ετυμολογία

φραγκοδίφραγκα < φράγκο + δίφραγκο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφραγκοδίφραγκαφραγκοδίφραγκα
Γενική—φραγκοδίφραγκων
Αιτιατική—φραγκοδίφραγκα
Κλητική—φραγκοδίφραγκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

φραγκοδίφραγκα

επίρρημα, ουδέτερο
•
  1. αργκό: επεξηγηματικά, αναλυτικά Βικιλεξικό
    • για κάν’ το φραγκοδίφραγκα! (= για επεξήγησε)

Ετυμολογία

φραγκοδίφραγκα < φράγκο + δίφραγκο

Άλλοι τύποι

φραγκοδίφραγκαφραγκοδίφραγκων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →