φραγκοδίφραγκα
•
- παρωχημένοκέρματα αξίας μίας ή/και δύο δραχμών Βικιλεξικό
- κέρματα ενός ή/και δύο ευρώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάχρηματικό ποσό σε κέρματα Βικιλεξικό
- είχα περίπου εκατό ευρώ σε φραγκοδίφραγκα
- μεταφορικάχρηματικό ποσό ευτελούς αξίας σε σχέση με το απαιτούμενο Βικιλεξικό
- δεν μπορείς να αγοράσεις σπίτι με φραγκοδίφραγκα
Ετυμολογία
φραγκοδίφραγκα < φράγκο + δίφραγκο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φραγκοδίφραγκα | φραγκοδίφραγκα |
| Γενική | — | φραγκοδίφραγκων |
| Αιτιατική | — | φραγκοδίφραγκα |
| Κλητική | — | φραγκοδίφραγκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →