φρακαρισμένος
•
- που έχει φρακάρει, που είναι ακινητοποιημένος, στριμωγμένος, σφηνωμένος Βικιλεξικό
- είμαι φρακαρισμένος στην Αθηνάς και πάμε σημειωτόν/το ασανσέρ είναι φρακαρισμένο μεταξύ 2ου και 3ου ορόφου
- μεταφορικάπου δεν μπορεί να σημειώσει πρόοδο Βικιλεξικό
- νιώθω φρακαρισμένο το μυαλό μου
Ετυμολογία
φρακαρισμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φρακάρω < βενετική fracar / fracàr < λατινική fragor < frango < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰreg- (σπάω)
Άλλοι τύποι
φρακαρισμέναφρακαρισμένεφρακαρισμένεςφρακαρισμένηφρακαρισμένηςφρακαρισμένοφρακαρισμένοιφρακαρισμένοςφρακαρισμένουφρακαρισμένουςφρακαρισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →